

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Η Μήδεια, η Αντιγόνη, ο Ιάσονας, μια ψαρού, μια καλόγρια και ένας αλλιώτικος Χορός, συναντιούνται και μετατρέπουν την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη σε μια ξεκαρδιστική, κωμικοτραγική φιγούρα και παράλληλα, με αριστοφανικές μεταφορές και συνεχείς παρερμηνείες, καυτηριάζουν τη νεοελληνική πραγματικότητα.
Ο Μπόστ, ξεκίνησε να γράψει ένα έργο βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη και κατέληξε να μιλάει σε δεκαπεντασύλλαβο για μια γυναίκα στυγνή, κακούργα δολοφόνισσα, που έσφαξε τα παιδιά της επειδή ήτανε κάτι παλιόπαιδα που δεν παίρνανε τα γράμματα και δεν θέλανε να δουλέψουν. Σαν να μην της έφταναν όλα αυτά είχε κι έναν άντρα, τον Ιάσωνα, που την κεράτωνε από πάνω με μία καλόγρια!
Το χιούμορ του Μποστ, που ήθελε «οι θεατές περισσότερο να χαμογελάνε και λιγότερο να χαχανίζουν», δημιούργησε μια μοναδική σάτιρα βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας και όπως ο ίδιος αναφέρει: «Πρόκειται για ένα έργο που επικρίνει τους επικριτάς, προβληματίζει τους κριτάς και ελευθερώνει τους θεατάς».
*Στην παράσταση προβάλλεται απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ
Mr. Dimitris and Mrs. Dimitroula της Τζέλης Χατζηδημητρίου.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Γι’αυτό το καλοκαίρι, μετά τα όσα μας επιφύλαξε η τελευταία διετία, αποφασίσαμε να προτείνουμε μια κωμωδία για τη σύγχρονη πραγματικότητά βασισμένη στον σπουδαίο σατιρικό́ λόγο του Μποστ που ασχολήθηκε με τόσο χιούμορ και ευαισθησία με τα πάθη και τα λάθη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.Ο Μποστ έγραφε το 1993 την Μήδεια, όμως ο λόγος του είναι επίκαιρος όσο ποτέ.
Με κέφι και μπρίο λοιπόν αφηνόμαστε στον εύστοχο λόγο του, με την προσδοκία να απολαύσουμε από κοινού το ταξίδι.
Θερμές ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια και στήριξη στους:
Πανεπιστήμιο Κύπρου, Γιώργο Βαβανό , Μαρία Νεοκλέους, Δημήτρη Βαττή

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ομολογώ ότι είναι με αμηχανία που άρχισα να δουλεύω πάνω στο συγκεκριμένο κείμενο του Μποστ,
καθώς οι μέρες εκείνες είχαν συμπτωματικά συμπέσει με τη σύλληψη της φερόμενης ως μητροκτόνου
στην Πάτρα.
Παρακολουθούσα τις εξελίξεις και έβλεπα το χιούμορ του κειμένου να ξεθωριάζει, αφού η πραγματικότητα έδειχνε να ξεπερνά τη σατιρική διάθεση. Σύντομα όμως κατάλαβα ότι το θέμα της μητροκτονίας στο κείμενο του Μποστ αποτελεί απλώς αφορμή. Αφορμή για να σχολιαστούν με καυστικότητα όλα τα κακώς κείμενα μιας Ελλάδας που η ίδια σφάζει τα παιδιά της.
Μπαίνοντας άλλωστε, κάθε φορά στον κόσμο του Μποστ, είναι λες και παίζεις σαν μικρό παιδί. Παίζοντας όμως ένα σοβαρό, παιδικό παιχνίδι, που απευθύνεται σε δυνατούς λύτες. Σίγουρα ο Μποστ δεν χωράει σε κουτάκια και κανόνες. Παίζει με τη γλώσσα, γράφει επίτηδες ανορθόγραφα και χρησιμοποιεί λανθασμένες κλήσεις και συντακτικό, σχολιάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη σύγχρονη κακομεταχείριση της ελληνικής γλώσσας.
Σε μία πρώτη ανάγνωση, τα κωμικά έργα του είναι εύκολο να παρεξηγηθούν και να παρερμηνευτούν για τη ρηχότητά τους, είναι ωστόσο βαθιά σατιρικά, καθότι ο Μποστ, ως συγγραφέας είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα σατιρικών διαθέσεων. Όπως ακριβώς και ο πρόγονός του, Αριστοφάνης.
Άρχισα λοιπόν να αναρωτιέμαι: τι θα έγραφε η αιχμηρή πένα του Μποστ, αν ζούσε σήμερα; Πέρασαν από μπροστά μου ο Ζακ, με τις μεγάλες βλεφαρίδες και τους τόνους από χρυσόσκονη, ο Γρηγορόπουλος και ο Παύλος Φύσσας, οι βαλίτσες στον πάτο μιας λίμνης, διευθυντές κρατικών θεάτρων και παπάδες που καταγγέλλονται για παιδεραστία, πρόσφυγες που σπρώχνονται από βάρκες μεσοπέλαγα για να γυρίσουν πίσω.
Ξαφνικά το γέλιο μου κόπηκε και δεν ήθελα να συνεχίσω να γελάω με τα «κακώς κείμενα της εποχής».
Μέχρι που εμφανίστηκε η Δήμητρα και μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω! Η Δήμητρα που την βάφτισαν
Δημήτρη και που ήθελε να φοράει φουστάνια και να χορεύει στους δρόμους του χωριού της ελεύθερη.
Εμφανίστηκε μια μέρα στην σκηνή μαζί με τους ηθοποιούς, έτσι, αιφνιδιαστικά. Φόρεσε το κόκκινο
φουστάνι της, τις κόκκινες ψηλές της μπότες και άρχισε να χορεύει το αγαπημένο της ζεϊμπέκικο.
Μου ζήτησε να μας ακολουθήσει σε κάθε πόλη και χωριό φέτος το καλοκαίρι. Δεν μπόρεσα να
της το αρνηθώ.
Συγγνώμη κύριε Μέντη Μποστατζόγλου.
Κώστας Σιλβέστρος

Μέντης Μποσταντζόγλου … ευρύτερα γνωστός ως Μποστ
Ο Μποστ υπήρξε αναμφίβολα ανάμεσα στους σημαντικότερους πολιτικούς γελοιογράφους του αιώνα που μας πέρασε. Τόσο η αισθητική αξία των σκίτσων και των πινάκων του, όσο και ο χιουμοριστικός, προοδευτικός και συνάμα αιχμηρός λόγος των γελοιογραφιών, χρονογραφημάτων και θεατρικών του έργων, τον κατέστησαν από τους δημοφιλέστερους και ευρύτερα αναγνωρίσιμους εκπροσώπους τους τέχνης του.
Ο Μέντης (Χρύσανθος) Μποσταντζόγλου, ευρύτερα γνωστός ως Μποστ, γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Ως γόνος μεγαλοαστών προορίζεται να συνεχίσει τη βιομηχανία του πατέρα του, εμπορευόμενος υφάσματα. Τα πολιτικά γεγονότα όμως και οι έκρυθμες καταστάσεις αναγκάζουν την οικογένειά του να εγκαταλείψει το 1920 την Πόλη και να εγκατασταθεί στη Ρουμανία. Αρχές του 1926 η οικογένειά του κατηφορίζει στην Ελλάδα, όπου γράφεται στο αυστηρό Ελληνικό Σχολείο. Στα οκτώ του, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν ήδη «ο πιο μορφωμένος, πολύγλωσσος πρόσφυγας», γνωρίζοντας ρουμανικά, γαλλικά, τουρκικά κι ελληνικά. Αργότερα μαθαίνει αρχαία ελληνικά και αγγλικά και στη συνέχεια, παρακολούθησε ιταλικά και γερμανικά. Ο βομβαρδισμός γλωσσολογικών γνώσεων που δέχεται, δημιουργεί στον Μποστ ένα γλωσσολογικό χάος, το οποίο θα κωδικοποιήσει αργότερα με το ιδιότυπο και πηγαίο χιούμορ, που κληρονόμησε από τους γονείς του. Από μικρός δείχνει την αγάπη του για το σχέδιο. Στο γυμνάσιο κάνει σκίτσα για τη μαθητική εφημερίδα «Ο Μαθητής», στην οποία συμμετείχε και ο, επίσης μαθητής τότε, Αλέκος Σακελλάριος. Παρά τη θέληση των δικών του περνά στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία εγκαταλείπει μετά το πρώτο εξάμηνο, θεωρώντας προτιμότερο να διαμορφώσει το προσωπικό του στυλ, παρά να αντιγράψει το ύφος των δασκάλων του.
Ο Μποστ υπήρξε άνθρωπος με πηγαίο ταλέντο, το οποίο διοχέτευσε σε πολλούς τομείς. Ασχολήθηκε με
τη συγγραφή βιβλίων και κυρίως θεατρικών έργων, γνωστότερο εκ των οποίων η «Φαύστα ή η απολεσθείς κόρη». Επίσης, ασχολήθηκε κατά διαστήματα με τη διαφήμιση. Το αντισυμβατικό και αναρχικό ύφος του, που ανέτρεπε όλους τους κανόνες της διαφήμισης γίνεται παραδόξως ιδιαίτερα δημοφιλές.
Ως διαφημιστής ο Μποστ φτάνει στο σημείο να εμπλέξει και την πολιτική επικαιρότητα. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η διαφήμιση που έκανε για την Pirelli, όπου παίρνει πολιτική θέση κατά της βασιλείας. Εργάστηκε και ως εικονογράφος βιβλίων και δίσκων, όπως της περίφημής «Φαίδρας» του Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο συνεργάστηκε με επιτυχία και συνδέθηκε με δεσμούς φιλίας.

Χαρακτηριστικό σκίτσο του Μποστ
(Από το Λεύκωμα «Οδηγίαι προς τους
ξελιγομένους», εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2013)
Ο Μποστ ασχολήθηκε και με τα κόμικς, εικονογραφώντας το 1953 για λογαριασμό των εκδόσεων «Ατλαντίς», τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο». Σκίτσα και γελοιογραφίες του δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, ξεκινώντας από την «Εκλογή» του συγκροτήματος της «Καθημερινής» και ακολουθούν οι «Εικόνες» το 1954, όπου δημοσιεύει βινιέτες, σκίτσα και εικονογραφήσεις του σε διηγήματα. Παράλληλα συνεργάζεται και με περιοδικά όπως «Κόσμος της Ελληνίδας», «Οικογένεια» κλπ.
Όμως θα μεταπηδήσει στο συγκρότημα Λαμπράκη και συγκεκριμένα στον «Ταχυδρόμο», όπου θα του δοθεί από το διευθυντή ελευθερία κινήσεων.
αλλιώτικος Χορ
Η πλατιά αναγνώριση έρχεται όταν καλείται να εικονογραφήσει για το περιοδικό, κείμενα του Νίκου Τσιφόρου, τα οποία εικονογραφούσε ο Κώστας Μητρόπουλος. Μάλιστα οι σειρά «Σταυροφορίες» όπου οι Άγγλοι παρουσιάζονται ως αντιπαθείς φιγούρες (δεδομένου του αντιβρετανικού κλίματος που επικρατεί
στην Ελλάδα μετά τη σκληρή στάση των Άγγλων απέναντι στους Κυπρίους) με τροφαντά οπίσθια
(με αφορμή σκάνδαλο ομοφυλοφιλίας στο κολλέγιο του Ήτον) εγκαινιάζει την ασχολία του Μποστ
με την πολιτική γελοιογραφία.
Το 1959 εξέδωσε με μεγάλη επιτυχία γελοιογραφικό λεύκωμα με τίτλο «Τα σκίτσα του Μποστ» και με την ίδια επιτυχία, τα δύο επόμενα χρόνια, εκδίδει «Το Λέφξκομα μου» και το «Σκίτσα και Κείμενα» αντίστοιχα. Συνεργαζόμενος με την εφημερίδα Αυγή αισθάνεται ότι μπορεί να κάνει γελοιογραφίες που εκθέτουν πιστότερα τα πολιτικά του πιστεύω. Πέραν των συνεργασιών του με διάφορα έντυπα, ζωγραφίζει, παρουσιάζοντας τα έργα του σε ομαδικές αλλά και προσωπικές εκθέσεις. Πέθανε το 1995
σε ηλικία 77 ετών.

Με το μαύρο χιούμορ που τον χαρακτηρίζει, ο Μποστ καυτηριάζει τις βίαιες αλλαγές στον τρόπο ζωής των πρωτευουσιάνων. Καυτηριάζοντας το μείζον τότε πρόβλημα της «διγλωσσίας», ο Μποστ επινοεί την ανορθόγραφη ομιλία, με την οποία οπτικοποιεί την προσπάθεια του λαουτζίκου να μιλήσει τη δύστροπη καθαρεύουσα. Ισορροπώντας σε δύο γλώσσες τις οποίες κατείχε εξίσου, ο Μποστ δημιουργεί την επίσημη Μποσταντζόγλειο γλώσσα, στην οποία μεταφράζει τις πολιτικές γελοιογραφίες του. Οι χαρακτήρες που δημιουργεί, ευτραφείς εργολάβοι, ισχνοί δημοδιδάσκαλοι, απλοί οικογενειάρχες κλπ. έχουν άμεσες αναφορές με την πραγματικότητα του νεοέλληνα, η συμπεριφορά και ο λόγος τους όμως, θυμίζει πρωταγωνιστές από το θέατρο του παραλόγου. Αντιπροσωπευτικότεροι όλων, η θλιβερή μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα.

Το 1958 ο Μέντης Μποσταντζόγλου*, ο γνωστός Μποστ, σχεδίασε μια σειρά γραμματοσήμων για να σχολιάσει την επικαιρότητα της εποχής.
Σε ένα από αυτά τα γραμματόσημα ο Μποστ είχε ζωγραφίσει τον κυβερνήτη του ιστιοφόρου «Ζάλονγκον»- τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου να ταξιδεύει στη Γερμανία για να ζητήσει δάνειο. Στο περιθώριο του γραμματοσήμου αναγράφονταν οι εξής στίχοι, πάντα γραμμένοι εντελώς ανορθόγραφα, μια συμβολική γραφή που ο Μποστ εισήγαγε:
«Πάμε στο άγνωστο για μάρκα με ελπίδα –
να ζητιανέψουμε σε τόπους μακρυνούς –
να ορθοποδήσουμε πριν έρθη καταιγίδα –
και αμνηστέβουμαι κε άλλους Γερμανούς –
Σκίσον πλοίον τας θαλάσας –
εις την Μπον να είμε φτάσας –
Σκίσον τα νερά προπέλαι –
Αραχνιάσαν αι μασέλε».
Καθώς το Κυπριακό βρισκόταν διαρκώς στην επικαιρότητα, μαζί και το αντιαγγλικό αίσθημα, τους πρώτους μήνες του 1959 ο Μποστ έκανε μια σειρά από σκίτσα στα οποία ειρωνεύεται τους Άγγλους επιστρατεύοντας το αγοραίο στερεότυπο του όχι και πολύ φανατικού άντρα: σχεδιάζει τους Άγγλους Σταυροφόρους με κολλητά παντελόνια σαν κολάν και τροφαντά οπίσθια να έχουν ύποπτα νταραβέρια με μουστακαλήδες Οθωμανούς, ενώ το κείμενο συχνά καλαμπουρίζει στα όρια της χυδαιότητας, όπως γράφει (όχι επιτιμητικά) ο Ηλίας Πετρόπουλος.

Σκίτσο με τίτλο «‘Ασμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Καισαρείας».
Κι αν στον τίτλο γίνεται προφανές λογοπαίγνιο
με τον τίτλο του ποιήματος του Ελύτη, το κείμενο
της μπορντούρας είναι καβαφικό.

Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος
Πρωταγωνιστούν: Κωνσταντίνος Ανδρονίκου, Βαλεντίνος Κόκκινος,
Κλείτος Κωμοδίκης, Χριστίνα Κωνσταντίνου, Βασίλης Παφίτης,
Ελένη Σιδερά, Χριστίνα Χριστόφια
Μουσική και μουσική διδασκαλία: Χριστίνα Αργύρη
Χορογραφία: Αλεξία Νικολάου
Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Πετεινάρης
Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου
Κοστούμια: Θέλμα Κασουλίδου
Φωτογραφίες: Χρίστος Αβρααμίδης
Σχεδιασμός προωθητικού υλικού: Νεόφυτος Αβραάμ

