top of page
ekso_6.jpg
JMJMJM.png

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

H Μακρόνησος είναι ένα μονόπρακτο που μέσα από τις αναμνήσεις της μιας από τις τέσσερεις ηρωίδες, της Βαλεντίνης, περιγράφει την πορεία των εξόριστων γυναικών  από τη Χίο στο Τρίκκερι και Μακρόνησο. Το έργο περιγράφει τα μέρη που μεταφέρθηκαν οι εξόριστες γυναίκες την περίοδο 1948-1950, την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

 

Βαλεντίνη, Μαρία, Σμαρώ και Ελένη. Τέσσερεις διαφορετικές γυναίκες . Οι τέσσερεις ηρωίδες του έργου που μέσα από τις εξομολογήσεις τους εξιστορούνε την ζωή στην εξορία, τις επιθυμίες, τους πόθους, την κόλασή τους.

 

Το έργο ξεκινά με τη Βαλεντίνη να βρίσκεται στο σπίτι της. Οι παλιές της συντρόφισσές εμφανίζονται  μέσα από τα όνειρα της και γεμίζουν το διαμέρισμα της. Η κάθε μια με τη δική της ιστορία, με το δικό της παρελθόν. Ιστορίες που μπλέκουν το  παρελθόν με το σήμερα.

 

Η Μακρόνησος είναι ένα έργο που περιγράφει τον ανθρώπινο πόνο, ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, με ηρωίδες του απλές γυναίκες που πιστεύουν σε κάποιον σκοπό και που  καλούνται να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα ενός απάνθρωπου συστήματος.

KK,K,K.png

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 

«Όσοι εισέρχονται και δεν συνέρχονται, δεν εξέρχονται…».

 

Έτσι υποδεχόταν ο αρχιβασανιστής τις πολιτικές εξόριστες της Μακρονήσου. Για να τις προειδοποιήσει για το τι τις περίμενε.

Οι αγωνιστές της γενιάς του ’40 και του ’50 όταν ακούνε τη λέξη «δήλωση», δεν ακούν απλώς τρεις συλλαβές.

Ακούν ακόμα κραυγές, βογγητά, βούρδουλα, φωνές.

Βλέπουν πάλι το σκοτάδι.

Λένε ξανά από μέσα τους τα «όχι» τους.

Μυρίζουν πάντα το αίμα.

Αγγίζουν μέσα το σκοτάδι συνέχεια το χέρι του διπλανού τους.

 

«Δεν πονάς και ας πονάς, δεν πονάω, πονάω…».

 

Από τα μάτια τους δεν στέγνωσαν ποτέ τα δάκρυα της Βάρκιζας.

Από τη ψυχή τους δεν έφυγε ποτέ ο πόνος γι΄αυτά που έζησαν, γι΄αυτά που έγιναν, για όσα κέρδισαν, για όσα έχτισαν, για όσα έχασαν, για όσα μάτωσαν. Από τα μάτια τους δεν έφυγαν ποτέ οι σκιές. Σκιές έμειναν μέσα τους για πάντα οι βασανιστές. Που έγιναν μετά οι κύριοι με τις υπολήψεις, τις καριέρες, τα κοστούμια, τις καρέκλες, τις δόσεις, τα πρακτορεία. Στα χέρια τους παίζουν πένες, πούρα, ακριβά μπεγλέρια και σπάνιο ουίσκι και η μοίρα μιας πατρίδας.

Στο πέτο τους όμως είναι πάντα εκεί, το ίδιο κόκκινο γαρύφαλλο. Δε μαράθηκε ποτέ.

 

«Ποιος μπορεί  να σε κατακρίνει,  να πει με σιγουριά ότι θα αντέξει; Ότι θα άντεχε όσα περάσαμε;»…

Δεν ήταν σίγουρες ότι θα αντέξουν, αλλά άντεξαν. Γι΄αυτό μιλάμε για ηρωίδες.

Δεν ήταν σίγουρες ότι θα αντέξουν. Kαι αυτές που λύγισαν, ίσως να μην τις λύγισε ο βούρδουλας. Τις λύγισαν τα χέρια του παιδιού τους, το δάκρυ της μάνας τους. Γι΄ αυτό μιλάμε για ανθρώπους.

Εκεί θα κρύβεται για πάντα το μεγαλείο του αγώνα τους.

Στην ανωνυμία, στην άγνωστη ταυτότητα τους, στο γεγονός ότι δε μιλάμε για μία, αλλά για χιλιάδες.

Που πάλεψαν, αγωνίστηκαν, δάκρυσαν, λύγισαν, ξανασηκώθηκαν, συνέχισαν ή σταμάτησαν να ζουν όμως ακόμα μέχρι σήμερα αναπνέουν τα ιδανικά που τις κράτησαν τότε στη ζωή.

 

«Αυτό   το κρύο δεν μπόρεσα ποτέ να το ξεφορτωθώ, φύτρωσε στα κόκαλά μου…»

 

30 Ιανουαρίου 1950. Εκείνο το βράδυ οι γυναίκες κρατούμενες στη Μακρόνησο χτυπήθηκαν αλύπητα. Οι βασανιστές είχαν ξεκαθαρίσει στις κρατούμενες μόλις πάτησαν το πόδι τους εκεί, ότι στη Μακρόνησο «δεν γίνονται διακρίσεις». Και δεν έγινε καμία. Ούτε ηλικιωμένες, ούτε νέες, ούτε κατάκοιτες, ούτε άρρωστες, ούτε μάνες. Τις χτύπησαν και τις βασάνισαν αλύπητα, πολλές σε δημόσια θέα.

«Στη Μακρόνησο όποιος δεν υπογράφει, πεθαίνει». Και αυτό προσπαθούσαν να κάνουν. Να τις εξοντώσουν πρώτα ηθικά και ψυχολογικά και έπειτα σωματικά.

 

Όταν τις έφερναν στη Μακρόνησο ο διοικητής του Ειδικού Τάγματος Οπλιτών τις «ζύγισε» και αποφάσισε «το πολύ υπόθεσις δέκα ημερών. Δε θα μας κουράσουν περισσότερο».

Οι «αμετανόητες» τους διέψευσαν.

 

Οι τόποι του μαρτυρίου τους, «κόλαση επί της γης».

Η αξία της ζωής που πέρασαν στους τόπους της «ντροπής» σήμερα, πολλαπλάσια. Σηκώνει τα όρια του χρόνου και μας θυμίζει το τίμημα για την ελευθερία, την αξία της αλλά πάνω από όλα: τα παραδείγματα χιλιάδων ανθρώπων που υπερασπίστηκαν με το αίμα της καρδιάς τους όλα αυτά που σήμερα απειλούνται ξανά.

 

Τη στιγμή που η ανθρωπότητα αρνείται μετά από 2 παγκόσμιους πολέμους και άλλους πόσους περιφερειακούς να βρει διέξοδο προς τη συμφιλίωση και την ειρήνη, την ώρα που στη γειτονιά μας μαίνονται εμφύλιες και ιμπεριαλιστικές συρράξεις, αισθανόμαστε πως είναι μείζον  να προκαλέσουμε την συλλογική συνείδηση.

Είναι μείζον να καταπιαστούμε με τα κομμάτια εκείνα της ιστορίας που ακόμα οι πληγές είναι ανοικτές.

Στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανιστήρια, πλήρης καταστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυνήγι μαγισσών, δυστυχώς εξακολουθούν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, με τα ονόματα των χωρών και των θυτών μόνο να αλλάζουν.

 

Κυνήγι μαγισσών που μπορεί να αφορά στα φρονήματα, στη θρησκεία, στο φύλο, στο σεξουαλικό προσανατολισμό.

 

Από θέση στεκόμαστε απέναντι, αρνούμαστε να κλείσουμε τα μάτια και καλούμε το κοινό να προβληματιστεί και να πάρει θέση.

 

Τη στιγμή που και στην Κύπρο το αυγό του φιδιού έχει δυστυχώς και πάλι εκκολαφθεί.   Μισαλλόδοξα μηνύματα έμμεσα και άμεσα προβάλλονται για τους μετανάστες , τους αλλόθρησκους, όσους δεν έχουν τα ίδια φρονήματα με τους εκφραστές της «εθνικής καθαρότητας» .

 

Έχουμε λοιπόν αποφασίσει να προτείνουμε στο κυπριακό κοινό μια σειρά από παραστάσεις σε βάθος τριετίας, που θα καταπιάνεται με ιστορικές στιγμές της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η «Μακρόνησος» αποτελεί το πρώτο έργο αυτού του εγχειρήματος.

 

Κι αυτό γιατί οι 3 αυτές χώρες, έχουν κοινά στοιχεία στην ιστορία τους ως προς αυτά τα ζητήματα και η «μοίρα» γεωγραφικά και ιστορικά τις συνδέει.

 

Η παράσταση θα ταξιδέψει σε συνοικίες , δήμους και κοινότητες, κάτι που ο ΑντίΛογος διαχρονικά λόγω φιλοσοφίας επιδιώκει. Γιατί πιστεύουμε πως η τέχνη πρέπει να μπορεί να φτάσει σε όσο το δυνατό μεγαλύτερα κομμάτια του λαού ανεξαρτήτως μορφωτικού ή πολιτιστικού υπόβαθρου. Επίσης θα τύχει μετάφρασης ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί στα κατεχόμενα  συνεχίζοντας τη συνεργασία με το Τουρκοκυπριακό δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, αλλά και τους εγκλωβισμένους στο Ριζοκάρπασο.

eeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeee.jpg
69420631_10156469221923365_1268563348727791616_n_edited.jpg

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

Άρχισα να γράφω για τη Μακρόνησο  τον Φεβρουάριο του 2018. Έψαχνα σπίτι στα Εξάρχεια με μια φίλη μου, έτσι βρεθήκαμε στην οδό  Σουλίου. Αυτός είναι ο δρόμος της μου είπε. Ο δρόμος που έμενε η Βαλεντίνη. Μου μίλησε για αυτήν, για τη ζωή της, για τον εμφύλιο, την εξορία, για τις πληγές της.

 

Ένοιωσα  να με βαραίνει ένα χρέος, και αυτό γιατί κατάλαβα πως υπήρχαν πολλές γυναίκες, δικές μου γυναίκες, δικές μου Βαλεντίνες που έμειναν ξεχασμένες ή καλύτερα μαντρωμένες σε γέρικα κεφάλια και που ήταν καταδικασμένες να χαθούν. Ένοιωσα  πως το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω ήταν να σκαλίσω παλιές πληγές και να  ζωντανέψω  τη Μακρόνησο, το Νταχάου της Ελλάδας. Ρίχτηκα λοιπόν  στη μελέτη.

 

Τα βιβλία όμως δεν ήταν αρκετά, έπρεπε να μιλήσω με τους  γιους, τις  κόρες  τους, με τις γυναίκες τις ίδιες αν μπορούσα, αν ήθελαν να τις συναντήσω. Γιατί βλέπετε όλο αυτό είναι ακόμα πληγή ανοιχτή και πονάει. Δεν μιλάνε εύκολα για τα παλιά και αυτές, οι λίγες που  έχουν απομείνει,  προτιμούν να κάθονται σε πάρκα στην Κυψέλη και να ταΐζουν τα περιστέρια. Δεν τα μπορούν άλλο τα αίματα.   

Το ¨Νταχάου¨ λοιπόν ζωντάνεψε. Και  ζωντάνεψε  μέσα από μαρτυρίες, μέσα από βιβλία, μέσα από  βλέμματα γνώριμα.   Και εγώ  αγάπησα τις γυναίκες της Μακρονήσου.  Κοιτούσαν  γλυκά  σαν τις μανάδες μας,  με μάτια γεμάτα  δίκιο. Αυτό μου έλεγαν τα μάτια τους …για το δίκιο. Και το δίκιο, μου είπαν,  το νοιώθεις όταν βαραίνει τον γιο, τον αδερφό σου, τον πατέρα, το αίμα σου.

Μιχάλης Παπαδόπουλος

15181191_1218957831520009_1699364106941100847_n.jpg

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Θυμάμαι την μάνα μου να κάθεται πάντα στην ίδια θέση, απέναντι από τις φωτογραφίες των δυο της παιδιών,

και να τους μιλά… Πότε σιγοψιθυρίζοντας, πότε με λυγμούς και πότε με οργή για αυτούς που ‘κάναν το κακό,

για αυτούς που τής πήραν μακριά τους δυο λεβέντες της.

 

Άλλες φορές, μια δική μας κουβέντα «έλα μάμα ηρέμησε» γινόταν η αφορμή για να αρχίσει να μας λέει την ιστορία από την αρχή «μα πως να ηρεμήσω κόρη μου, θωρώ τους λεβέντες μου στη φωτογραφία τζαι θυμούμαι …». Και θυμάται και τα ζει και πάλι και κλαίει και οργίζεται και πάει πίσω στα όμορφα χρόνια και γυρνά στα άσχημα. Έτσι μεγαλώσαμε ….

 

Έτσι ακριβώς ένιωσα διαβάζοντας το έργο του Μιχάλη Παπαδόπουλου. Ένιωσα αυτές τις τέσσερις γυναίκες να κάθονται στο διαμέρισμα της Βαλεντίνης και εγώ σε μια γωνιά να τις ακούω, όπως τότε, που άκουγα την μάνα μου. Τις άκουγα και έκλαιγα και θαύμασα την δύναμη τους, θαύμασα των αγώνα τους, την πίστη τους στο δίκαιο και στον άνθρωπο! Και ένιωσα ότι αυτές τις γυναίκες πρέπει να τις ακούσει ο κόσμος όλος. Ένα κομμάτι της ιστορίας, που αν και καταγράφηκε στα κατάστιχα της ιστορίας δεν βγήκε ποτέ προς τα έξω, δεν διδάχτηκε σε καμιά αίθουσα σχολείου.

 

Πολλοί δεν ξέρουμε καν ότι στη Μακρόνησο υπήρχαν και γυναίκες εξόριστες. Ένιωσα τόσο τυχερή που κάνω αυτό το επάγγελμα, που μπορώ να μιλήσω μέσα από αυτές τις γυναίκες και να πω τόσα όσα η μάνα μου είπε η ήθελε να πει, όσα εγώ και τόσοι άλλοι άνθρωποι θέλουν να πουν

ή να ακούσουν!

 

Ακούστε αυτές τις γυναίκες. Μας λένε πολλά για το τότε αλλά και για το σήμερα! Κάθε κομμάτι της ιστορίας είναι μια υπενθύμιση στο σήμερα. Τις αγάπησα, τις θαύμασα και τις ευχαριστώ, γιατί χάρις και σε αυτές μπορώ σήμερα εγώ να είμαι ελεύθερη. Να μπορώ να πιστεύω και να εκφράζομαι ελεύθερα χωρίς υποδείξεις και απαγορεύσεις.

 

Μιχάλη σ’ ευχαριστώ που έγραψες για αυτές τις γυναίκες, σ’ ευχαριστώ που μου εμπιστεύτηκες αυτό το σπουδαίο έργο! Θέατρο Αντίλογος σας ευχαριστώ που μαζί με σας μπορώ να μοιράζομαι ιστορίες που αφορούν τον άνθρωπο και το δίκαιο κάθε αγώνα! Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην σπουδαία ομάδα ηθοποιών και συνεργατών που πίστεψαν, αγάπησαν και δημιουργήθηκε αυτή η παράσταση με αγάπη και σεβασμό! Ευχαριστώ και όλους εσάς που θα ακούσετε τις ιστορίες των γυναικών της Μακρονήσου.

 

Αφιερωμένο στη δική μου μάνα και σε όλες τις μάνες του κόσμου που πίστεψαν και πάλεψαν για το δίκαιο του αγώνα

Αλεξία Παπαλαζάρου

Μακρόνησος – ένα μικρό νησί, μια τεράστια ιστορία

 

Το βραχώδες και έρημο νησί που εκτείνεται παράλληλα με την ανατολική ακτή της Αττικής είναι η Μακρόνησος. Στο νησί εντοπίζονται ή πιθανολογούνται ενδιαιτήματα μεταλλουργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων, μοναχών, σε ασυνεχείς περιόδους, πάντα σε σχέση με τις οικονομικές και άλλες δραστηριότητες των κοντινών περιοχών, της Κέας και της Λαυρεωτικής (του νοτίου άκρου της Αττικής). Διοικητικά η Μακρόνησος ανήκει στην Κέα, ωστόσο τουλάχιστον την τελευταία εκατονταετία φαίνεται να υπήρξε απολύτως εκτός πλαισίου μιας «διάσπαρτης πόλης» του Αιγαίου· υπήρξε απομονωμένη, αν και σήμερα φαίνεται ακόμα και κοντινή στην Αθήνα, κατεξοχήν τόπος εκτός πολιτείας, χώρος απομόνωσης και εξορίας.

VVFV.png

Το όνομα Μακρόνησος αναφέρεται πρώτη φορά από τα μέσα του 13ου αιώνα. Στο σχήμα της οφείλεται και το αρχαίο όνομα Μάκρις και το μεταγενέστερο Μάκρη, με το οποίο είναι γνωστή τον Μεσαίωνα και μέχρι τον 20ό αιώνα. Το νησί ονομαζόταν και Ελένη, γιατί κατά την παράδοση το επισκέφτηκε η μυθολογική ηρωίδα κατά το ταξίδι της επιστροφής της από την Τροία.

 

 

 

Στην αρχαιότητα, καθώς οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν ταχύτερες και πρακτικότερες από τις χερσαίες, η γύρω περιοχή αποτελούσε πολυσύχναστο θαλάσσιο δρόμο. Έξι αρχαία ναυάγια έχουν εντοπιστεί γύρω από τη Μακρόνησο.

 

Στον Μεσαίωνα η Μακρόνησος ήταν, όπως και η Αίγινα και η Σαλαμίνα, ορμητήριο πειρατών. Ο βυζαντινός λόγιος Μιχαήλ Χωνιάτης, αναφέρει τη φτωχή μονή Αγίου Γεωργίου στη Μάκρη και μετανιώνει που δεν την είχε εκκενώσει, ώστε οι πειρατές να έχουν ένα λιγότερο λόγο που θα καθιστούσε το νησί «ενδιαίτημα». Μαρτυρία για ύπαρξη μοναχών στο νησί υπάρχει το 1675 από τον γάλλο ταξιδιώτη Guillet, ενώ πιθανόν ο σημερινός ναός του Αγίου Γεωργίου, ίσως είναι ό,τι επιβίωσε από αυτή τη μονή.

 

 

 

Ιστορία μέχρι το 1948

Το 1881 η Μακρόνησος παραχωρείται ως μεταλλείο σε μεταλλευτική εταιρεία («Ελένη»), το 1910 γίνεται έρευνα για ψευδάργυρο στο νησί και πριν τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο γίνεται γεωλογική έρευνα και χαρτογράφηση από τη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου.

Τα έτη 1912-1913 στάλθηκαν στη Μακρόνησο χιλιάδες τούρκοι αιχμάλωτοι του Α´ Βαλκανικού Πολέμου. Μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912) και των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913) οι αιχμάλωτοι ήταν 26.000 και 30.000 αντίστοιχα, οι οποίοι άρχισαν να μεταφέρονται δια θαλάσσης σε 32 στρατόπεδα στη νότια Ελλάδα και σε νησιωτικές ή παραθαλάσσιες θέσεις για λόγους σχετικής απομόνωσης και μειωμένης ανάγκης φύλαξης.

Στις 10 Ιουνίου 1922 αποφασίζεται η μεταφορά και προσωρινή εγκατάσταση στη Μακρόνησο των προσφύγων από τον Πόντο, οι οποίοι είχαν αρχίσει να φτάνουν από την άνοιξη του ίδιου έτους στην Ελλάδα. Με την άφιξη μέσα σε μια μέρα πάνω από 8.500 περίπου προσφύγων, πολλών ασθενών και αρκετών «υπόπτων χολέρας», το λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου (της Σαλαμίνας) κρίθηκε ανεπαρκές και επικίνδυνο κοντά στην Αθήνα.

Το 1931 η Μακρόνησος προτείνεται ως χώρος συγκέντρωσης των κομμουνιστών. Το 1935 αναφέρεται στον Τύπο πως αποφασίστηκε να μεταφέρονται εκεί οι εκτοπιζόμενοι κομμουνιστές, για την αποφυγή του κινδύνου μετάδοσης των ιδεών τους στα νησιά του Αιγαίου.

Το 1948 (κατά την περίοδο «αναμόρφωσης» πολιτικών κρατουμένων) ιδρύεται η εταιρεία «Ελληνικαί Μεταλλευτικαί Επιχειρήσεις Μακρόνησος ΕΜΕΜ Α.Ε.».

 

Τα έτη 1912-1913 στάλθηκαν στη Μακρόνησο χιλιάδες τούρκοι αιχμάλωτοι του Α´ Βαλκανικού Πολέμου. Μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης (1912) και των Ιωαννίνων (1913) οι αιχμάλωτοι άρχισαν να μεταφέρονται δια θαλάσσης σε 32 στρατόπεδα στη νότια Ελλάδα και σε νησιωτικές ή παραθαλάσσιες θέσεις για λόγους σχετικής απομόνωσης και μειωμένης ανάγκης φύλαξης. Από τον Νοέμβριο του 1912 αρχίζει η μεταφορά αιχμαλώτων και στη Μακρόνησο, όπου λειτούργησε θεραπευτήριο της Υγειονομικής Υπηρεσίας. Σύμφωνα με τον γαλλικό Τύπο μεταφέρθηκαν εκεί οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους των Ιωαννίνων, καταπονημένοι και πολλοί ήδη ασθενείς με πνευμονία και δυσεντερία.

 

Η κακή μεταχείριση των τούρκων αιχμαλώτων και κατοίκων από Έλληνες και Σέρβους ήταν θέμα πυκνής αρθρογραφίας του συγγραφέα Pierre Loti στις γαλλικές εφημερίδες τον χειμώνα 1912-1913. Η Επιτελική Υπηρεσία υπέβαλε υπόμνημα στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό με διαβεβαιώσεις για την τήρηση των διεθνών συμβάσεων. Στη Μακρόνησο εκατοντάδες τάφοι Τούρκων βρέθηκαν το 1948 κατά την κατασκευή στρατοπέδου, σύμφωνα με τη μαρτυρία των τότε εξόριστων. Παρατηρήθηκαν φαινόμενα καταχρήσεων εφοδιασμού από πολίτες και στρατιωτικούς (έγιναν δίκες το 1915-1916 για τις «καταχρήσεις Μακρονήσου»). Μετά την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συνθήκης την 1η Νοεμβρίου 1913, μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο φεύγουν για την Κωνσταντινούπολη γύρω στις 10.000 αιχμάλωτοι.

 

Στις 10 Ιουνίου 1922 αποφασίζεται η μεταφορά και προσωρινή εγκατάσταση στη Μακρόνησο των προσφύγων από τον Πόντο, οι οποίοι είχαν αρχίσει να φτάνουν από την άνοιξη του ίδιου έτους στην Ελλάδα. Με την άφιξη μέσα σε μια μέρα πάνω από 8.500 περίπου προσφύγων, πολλών ασθενών και αρκετών «υπόπτων χολέρας», το λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου (της Σαλαμίνας) κρίθηκε ανεπαρκές και επικίνδυνο κοντά στην Αθήνα. Στη Βουλή και τον αθηναϊκό Τύπο τίθεται το «ζήτημα των πασχόντων προσφύγων». Η διαρκής εισροή εντάθηκε με τη Μικρασιατική καταστροφή (1.150.000 άνθρωποι μεταξύ Αυγούστου 1922 και Μαρτίου 1923).

 

Στις 2 Φεβρουαρίου 1923, σύμφωνα με διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών για την παλινόστηση των Ελλήνων αιχμαλώτων μετά την υπογραφή στη Λωζάννη της Σύμβασης περί ανταλλαγής ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, προβλέπεται η υποδοχή και απολύμανσή τους σε στρατόπεδο που θα δημιουργηθεί στη Μακρόνησο. Οι «πολιτικοί όμηροι» και «στρατιωτικοί αιχμάλωτοι» όμως που καταφθάνουν, πηγαίνουν στο λοιμοκαθαρτήριο του Πειραιά.

 

Το 1931 η Μακρόνησος προτείνεται ως χώρος συγκέντρωσης των κομμουνιστών. Το 1935 αναφέρεται στον Τύπο πως αποφασίστηκε να μεταφέρονται εκεί οι «εκτοπιζόμενοι» κομμουνιστές, για την αποφυγή του κινδύνου μετάδοσης των ιδεών τους στα νησιά του Αιγαίου.

«To µέγα εθνικόν σχολείον Μακρονήσου»

Η δημιουργία των στρατοπέδων της Μακρονήσου συνδέεται με την «εκκαθάριση» του στρατού από «ύποπτους» στρατιώτες και αξιωματικούς, ώστε να διαφυλαχθεί το αξιόμαχο του Εθνικού Στρατού που πολεμούσε εκείνη την εποχή κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με βάση πληροφορίες που συγκέντρωνε ο στρατός από τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές, όσοι είχαν αριστερά φρονήματα ή είχαν συμμετάσχει στην εαμική Αντίσταση θεωρούνταν «ύποπτοι» και συγκεντρώθηκαν από το καλοκαίρι του 1946 σε ιδιαίτερα τάγματα (Α΄ & ΄Β και ‘Γ Τάγμα). Οι στρατιώτες του Β΄ Τάγματος ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στη Μακρόνησο στις 28 Μαΐου 1947 και τους δύο επόμενους μήνες μεταφέρθηκαν στο νησί και τα δύο άλλα τάγματα. Γενικά, η ιστορία της Μακρονήσου ως τόπου εξορίας μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους:

 

– η πρώτη είναι η περίοδος από την ίδρυση του στρατοπέδου μέχρι την άνοιξη του 1949, κατά την οποία στο επίκεντρο της βίαιης «αναμόρφωσης» βρέθηκαν κυρίως στρατιώτες και αξιωματικοί.

– η δεύτερη είναι η περίοδος από την άνοιξη του 1949 μέχρι το καλοκαίρι του 1950, κατά την οποία συγκεντρώνεται στη Μακρόνησο ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός πολιτών (προληπτικώς συλληφθέντες, άνδρες και γυναίκες πολιτικοί εξόριστοι).

– η τρίτη εκτείνεται από το καλοκαίρι του 1950 μέχρι το κλείσιμο των στρατοπέδων, όταν στη Μακρόνησο λειτουργούν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) και τα στρατόπεδα μόνο για «ύποπτους» στρατιώτες, με συγκριτικά καλύτερες συνθήκες.

 

Η Μακρόνησος ήταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού που περιλάμβανε:

– τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (Α΄ ΕΤΟ, Β΄ ΕΤΟ και Γ΄ ΕΤΟ αντίστοιχα).

 

– τα Ειδικά Στρατόπεδα Αναμορφώσεως Ιδιωτών (ΕΣΑΙ) για τους πολιτικούς εξόριστους, τα οποία δημιουργήθηκαν στα στρατόπεδα των δύο πρώτων Ειδικών Ταγμάτων Οπλιτών. Το Α΄ ΕΤΟ-ΕΣΑΙ δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 1949 και το Β΄ ΕΤΟ-ΕΣΑΙ τον Νοέμβριο του 1949.

– το Γ΄ Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1947 με αριστερούς ανώτερους και κατώτερους αξιωματικούς.

– το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης για τους πολιτικούς εξόριστους, το οποίο δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 1948 στο βόρειο τμήμα του νησιού και το φρουρούσε το Δ΄ Τάγμα Χωροφυλακής. Οι πολιτικοί εξόριστοι αργότερα εντάχθηκαν στα Ειδικά Στρατόπεδα Αναμορφώσεως Ιδιωτών.

– τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, οι οποίοι μέχρι τότε κρατούνταν στις Στρατιωτικές Φυλακές, που βρίσκονταν στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

– το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ), το οποίο δημιουργήθηκε για τις πολιτικές εξόριστες τον Ιανουάριο του 1950 και λειτουργούσε στον χώρο του Α΄ ΕΤΟ.

Ενώ τα στρατόπεδα της Μακρονήσου λειτουργούσαν από το 1947, μόνο μετά τη μαζική αποστολή των πολιτικών εξόριστών ψηφίστηκε ειδικός νόμος για τη λειτουργία των στρατοπέδων. Πιο συγκεκριμένα, με το Ψήφισμα ΟΓ΄ της 14ης Οκτωβρίου 1949 «περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» ιδρύθηκε ο «Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου». Ο Οργανισμός υπαγόταν στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και, σύμφωνα με το ψήφισμα, σκοπός του ήταν η «δια της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις» των κρατουμένων». Με αυτόν τον τρόπο ο στρατός, επίσημα πλέον, θα είχε τη δικαιοδοσία για την κράτηση όχι μόνο στρατιωτών αλλά και πολιτών και η Μακρόνησος θα μετατρεπόταν σε μια τεράστια φυλακή για όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος.

 

Στη λειτουργία του στρατοπέδου της Μακρονήσου, υπάρχει εξαρχής ένας βασικός στόχος: η «αναμόρφωση», η «ανάνηψη» στρατιωτών και πολιτών, ώστε να αποδοθούν «υγιείς» στον εθνικό κορμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της προπαγάνδας που ασκείται μεθοδευμένα, σε συνδυασμό με τα βασανιστήρια, σε ένα γενικό σχέδιο ψυχολογικού πολέμου εναντίον των κομμουνιστών, είναι πολύ σημαντικός.

 

Το περιεχόμενο του «αναμορφωτικού» προπαγανδιστικού αυτού λόγου απαρτίζεται από τους βασικούς άξονες του γενικότερου αντικομμουνιστικού λόγου της εποχής , με έμφαση στον ρόλο της Μακρονήσου ως μεγάλου «σχολείου» και «θεραπευτηρίου».

 

Η προπαγάνδα αποτελεί ένα αδιάσπαστο σύμπλεγμα με τις απειλές, τον φόβο, τη βία, τον βασανισμό. Κι αυτό όχι μόνο επειδή η εκφώνηση ομιλιών, η σύνταξη επιστολών, η απόσπαση της «δήλωσης» είναι αποτέλεσμα απειλών, φόβου, σωματικής και ψυχολογικής βίας – ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι στα Γραφεία Ηθικής Αγωγής αυτά συνδυάζονται, και οι ξυλοδαρμοί, οι απειλές και η διαφώτιση διαδέχονται το ένα το άλλο. Αλλά, κυρίως, επειδή καθώς φορείς της προπαγάνδας είναι «ανανήψαντες»: το γεγονός ότι οι μέχρι χθες σύντροφοι και συναγωνιστές εξευτελίζονται δημοσίως, αποκηρύσσουν τον κομμουνισμό, προτρέπουν τους υπόλοιπους να κάνουν το ίδιο, ασκεί αφόρητη πίεση σε όσους δεν έχουν υπογράψει «δήλωση». Ένας κρατούμενος θα χαρακτηρίσει πολύ εύγλωττα «ψυχολογικό ματσακόνι» την πίεση που ασκούν στους νεοφερμένους οι πάσης φύσεως γνωστοί τους που πέφτουν πάνω τους σαν σειρήνες, παρακινώντας τους να «τακτοποιηθούν» (δηλαδή να υπογράψουν «δήλωση»)

 

Η Μακρόνησος ήταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού που περιλάμβανε:

– τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (Α΄ ΕΤΟ, Β΄ ΕΤΟ και Γ΄ ΕΤΟ αντίστοιχα).

 

– τα Ειδικά Στρατόπεδα Αναμορφώσεως Ιδιωτών (ΕΣΑΙ) για τους πολιτικούς εξόριστους, τα οποία δημιουργήθηκαν στα στρατόπεδα των δύο πρώτων Ειδικών Ταγμάτων Οπλιτών. Το Α΄ ΕΤΟ-ΕΣΑΙ δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 1949 και το Β΄ ΕΤΟ-ΕΣΑΙ τον Νοέμβριο του 1949.

– το Γ΄ Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1947 με αριστερούς ανώτερους και κατώτερους αξιωματικούς.

– το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης για τους πολιτικούς εξόριστους, το οποίο δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 1948 στο βόρειο τμήμα του νησιού και το φρουρούσε το Δ΄ Τάγμα Χωροφυλακής. Οι πολιτικοί εξόριστοι αργότερα εντάχθηκαν στα Ειδικά Στρατόπεδα Αναμορφώσεως Ιδιωτών.

– τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, οι οποίοι μέχρι τότε κρατούνταν στις Στρατιωτικές Φυλακές, που βρίσκονταν στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

– το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ), το οποίο δημιουργήθηκε για τις πολιτικές εξόριστες τον Ιανουάριο του 1950 και λειτουργούσε στον χώρο του Α΄ ΕΤΟ.

DDDDD.png

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Αγτζίδης Βλάσης, «Από τον Πόντο στο Μακρονήσι», kars1918.wordpress.com, 9/3/2010

https://kars1918.wordpress.com/2010/02/06/makronisos/

Δερμάτης Γιώργος Ν., Λαύρειο το μαύρο φως: Η μεταλλευτική και μεταλλουργική βιομηχανία στο Λαύρειο 1860-1917, ελληνική και ευρωπαϊκή διάσταση, Αθήνα: Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου-Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2003.

Κακαβογιάννης Ευάγγελος, «Μακρόνησος», στον τόμο: Ανδρέας Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία – Νησιά του Αιγαίου, Αθήνα: Μέλισσα, 2005. 212-213.

Μπελαβίλας Νίκος, Λήδα Παπαστεφανάκη, Α.Ζ. Φραγκίσκος, «Κέα και Μακρόνησος» στον τόμο: Νίκος Μπελαβίλας, Λήδα Παπαστεφανάκη (επιμ.), Ορυχεία στο Αιγαίο: Βιομηχανική αρχαιολογία στην Ελλάδα. Αθήνα: Μέλισσα, 2009. 230-231.

Αθηναϊκά Νέα, Ελεύθερον Βήμα (Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη)

 
 
     

Εμπρός, Σκριπ, Ριζοσπάστης (Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου – Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος)

Στρατής Μπουρνάζος, Το «Μέγα Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου», 1947-1950, στο Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης, Ιστορικό Τοπίο και Ιστορική Μνήμη.

Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σ. 115-124.

Μακρόνησος. Ιστορικός, πολιτιστικός τόπος, Αθήνα, ΥΠΠΟ, 1994.

Νίκος Μάργαρης, Ιστορία της Μακρονήσου, Αθήνα, 1966.

Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 153-163.

File0357.jpg

«Ξετυλίχτηκαν τέτοιες σκηνές φρίκης,

που καμία, όση δύναμη κι αν έχει, δεν μπορεί να περιγράψει τις σκηνές αλλοφροσύνης.

Οι αλφαμίτες κραδαίνοντας τα ρόπαλα πάνω απ’ τα κεφάλια μας, με ουρλιαχτά πεινασμένων λύκων που πέφτουν σε κοπάδι, έπεσαν επάνω μας και

τραβούσαν τα παιδιά χτυπώντας όπου έβρισκαν. Εντρομα τα μικρά άρχισαν να βγάζουν σπαραχτικές φωνές που

ξέσκιζαν και την πιο βάρβαρη καρδιά. Οι μάνες έσφιγγαν στην αγκαλιά τους τα μικρά που σπαρτάραγαν και τα ματάκια τους γεμάτα τρόμο απαθανάτιζαν αυτή τη φρίκη που θα τη σέρνουν σε όλη τους τη ζωή. Εμείς κρατούσαμε τις μάνες κι είχαμε γίνει ένα κουβάρι ανακατεμένα γυναικεία σώματα»

 

Ουρανία Στάβερη, εξόριστη στη Μακρόνησο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Μακρόνησος» / σκίτσο: Γιώργου Φαρσακίδη ,εξόριστου στη Μακρόνησο

 
 
 
 

   

Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι,

κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,

πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους.

Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους, τα χέρια τους.

Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια,

πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,

πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους,

πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά,

πολλοί δεν μπορούν πια να δουν,

πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους.

Όλο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε,

όπως και εσύ,

τη Λευτεριά

και την Ειρήνη.

 

Γιάννη Ρίτσου - εξόριστου στη Μακρόνησο

από το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»

N.M.14.106.001.jpg
o_7.jpg

Οι γυναίκες φτάνουν στη Μακρόνησο

Περνάει η γυναίκα, - η Ανδρομάχη, η Ηγερία…

Περνάει μαζί της η φωτιά και το νερό.

Μα οι ραβδισμοί βαρειά τα γόνατα λυγάνε.

Ά! Τη γυναίκα, που δεν πρέπει να τη χτυπάνε

ούτε και με της μύγας το φτερό.

«Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο» – Μενέλαος Λουντέμης

Τον Ιανουάριο του 1950,1.200 γυναίκες θα φύγουν από το Τρίκερι που είναι ήδη εξόριστες για να κάνουν ένα ταξίδι στην… κόλαση.

 

Η Νίτσα Γαβριηλίδου διηγείται στο βιβλίο της «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες»:

«Κατά τα τέλη του Δεκέμβρη μας έρχεται στο Τρίκερι αντιπροσωπεία του Ο.Α.Μ. (Οργανισμός Αναμορφώσεως Μακρονήσου) με τον συνταγματάρχη Τ. Αναγνωστόπουλο. Πήραν την απόφαση να μεταφέρουν γυναίκες εκεί και μας ανακοινώνουν πως η μεταφορά μας για τη Μακρόνησο θα γίνει στις 25 του μηνός (Γενάρης 1950). Ήδη η κουζίνα δεν λειτουργεί και για συσσίτιο μας μοιράζουν ρέγγες και ελιές. Λαχανιασμένες τις έβλεπες ν’ ανεβοκατεβαίνουν την πλαγιά από το Μοναστήρι στο λιμάνι, γυναίκες φορτωμένες, άλλες ρολά από συρματοπλέγματα, άλλες αγκαλιές από πασσάλους, τα καζάνια της κουζίνας, μα κείνο που δεν θα ξεχάσουν ποτέ οι γυναίκες είναι οι μεγάλες αμερικάνικες σκηνές που τις φορτώθηκαν πολλές γυναίκες μαζί καθώς και η μεταφορά των δύο κλιβάνων…Όταν τελείωσαν όλα, κατηφορίσαμε την πλαγιά, κατάκοπες, παγωμένες για να μπούμε στον «Αχελώο», που έτοιμος στο λιμανάκι με την μπούκα του ανοιχτή μας περιμένει».

 

 

Μέσα σ’ αυτή τη μάζα των γυναικών δοκιμάζονται και αρκετά αθώα παιδάκια, που οι μάνες τους δεν είχαν που να τα’ αφήσουν και τα πήραν μαζί τους στην εξορία. Για τα παιδάκια αυτά το κράτος δεν χορηγεί μερίδα συσσιτίου. Τα φροντίζουν οι μαγείρισσές μας από το υστέρημα των γυναικών. Είναι οι μικροί μα μεγάλοι ήρωες της εξορίας.

 

Κάθε φορά που ήταν να μας μεταφέρουν για άλλον τόπο, τα ταξίδια αυτά ήταν από τα πιο απερίγραπτα. Φορτωμένες τόσες γυναίκες μες στη κοιλιά του αρματαγωγού, θεόκλειστες, χωρίς αέρα και στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη με τα χαρτόνια και τα μπογαλάκια μας, με τις φυματικές να αιμοπτύουν, τα παιδιά να κλαίνε και όλες σχεδόν να ξερνάμε χολή και φαρμάκι. Τι αξέχαστες και τραγικές οι εικόνες εκείνες. Τότε έβλεπες την ανθρώπινη ύπαρξη γυμνή, απομονωμένη εγκαταλειμμένη, με κυρίαρχο το συναίσθημα μόνο της αυτοσυντήρησης. Ήσουν εσύ κι ο εαυτός σου. Το πάλευες μόνη σου. Πνιγόσουν κυριολεκτικά από την πολυκοσμία, σου ήταν αδύνατο ν’ αναπνεύσεις από τις δυσοσμίες, γιατί πάντα βούλωναν οι καμπινέδες, μα δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε. Άκουγες το μουγκρητό της θάλασσας που σε τρόμαζε, και το ταρακούνημά της έλεγες πως τώρα δα, θα σ’ αποτελειώσει»…

 

«…Όταν ακούσαμε «νάτη η Μακρόνησος, φτάσαμε στη Μακρόνησο», τα άψυχα κορμιά μας στυλώθηκαν, ανοίξαμε τα μάτια μας ορθάνοιχτα, για να δούμε με μάτια γυμνά το νησί που λεγόταν ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ. Όσο κι αν ήμασταν προετοιμασμένες ψυχολογικά, εκείνο που αντικρύσαμε ήταν κάτι το παγερό, κάτι που σου παρέλυε τις δυνάμεις. Η μακρόστενη λουρίδα γης, που απλωνόταν μπροστά μας, έμοιαζε σαν ένα υδρόβιο τέρας μέσα στη θάλασσα έτοιμο να μας κατασπαράξει (κι ας ζήσανε στη Μακρόνησο μια νύχτα τον έρωτά τους ο Πάρις και η Ωραία Ελένη). Η υγρή απόσταση που μας χώριζε από τον Μακρονησιώτικο βράχο μίκραινε και τα άσπρα μεγάλα γράμματα από τον ασβέστη στην πλαγιά του βουνού ξεχώριζαν πια καθαρά φωτισμένα από έναν χλωμό ήλιο: ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΠΑΥΛΟΣ: ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΠΛΑ! Στο κέντρο του νησιού φάνταζε μια μεγάλη βασιλική κορόνα».

Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα. Όσο το πλοίο πλησίαζε ένα ρίγος άρχισε να τις διαπερνά. Είχαν ακούσει πως… υποδέχονταν τους άντρες. Θα τους επιφύλασσαν άραγε την ίδια «υποδοχή»; Θα χυμούσαν πάνω τους οι Αλφαμίτες για να τις χλευάσουν, να τις φτύσουν και να τους πουν «καλώς ορίσατε» με τους βούρδουλες;

 

Η πόρτα του πλοίου άνοιξε. Οι αξιωματικοί και οι Αλφαμίτες μπήκαν στο πλοίο. Τις διέταξαν να συνταχθούν σε πεντάδες και να βγουν έξω. Το πρώτο που αντίκρισαν ήταν «οι χαράδρες του θανάτου» - εκεί που σε πήγαιναν με δύο επιλογές: τα βασανιστήρια μέχρι θανάτου ή τη δήλωση. Το νησί άγονο, ποτιζόταν μόνο από τον ιδρώτα και τα δάκρυα των εξόριστων αγωνιστών. Όσο η ώρα περνούσε, η αγωνία για το τι θα ακολουθήσει μεγάλωνε. Και τότε ξαφνικά εκείνοι, αντί να τις χτυπήσουν άρχισαν να τραγουδούν. «Μολυσμένη έως τώρα η ψυχή μας, θέλει βάφτισμα ξανά εθνικό. Ναι, εθνικό! Φόβο πια δεν έχει η φυλή μας, από τον άτιμο κομμουνισμό».

 

Την εμφάνιση του έκανε τότε ο διαβόητος διοικητής του ΑΕΤΟ (Α’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών), ο Βασιλόπουλος. «Πώς βλέπετε τα πράγματα κύριε διοικητά;», τον ρώτησε ένας από τους αξιωματικούς τους. Τις κοίταξε με το έμπειρο μάτι του… «Το πολύ υπόθεσις δέκα ημερών. Δε θα μας κουράσουν περισσότερο», απάντησε, ζυγίζοντας την αντοχή τους. Θα έπεφτε όμως πολύ έξω.

 

Πρώτα ήρθαν τα καψόνια. Τις διέταξαν να πάρουν μωρά και συμπράγκαλα στα χέρια και να κατευθυνθούν στις σκηνές τους. Μόλις εγκαταστάθηκαν τις διέταξαν να τα ξαναμαζέψουν και να μεταφερθούν αλλού. Ο ψυχολογικός πόλεμος συνοδευόταν από την υπόκρουση των μεγάφωνών που τις προέτρεπαν «να σπάσουν τις αλυσίδες του κομμουνισμού». «Ως πότε θα γυρίζετε στα ξερονήσια; Οι αρχηγοί σας εξοντώθηκαν. Τι περιμένετε; Ζητήστε τη συγγνώμη της πατρίδας!». Το νησί βούιζε παράξενα κι απειλητικά.

 

Οι άντρες από την άλλη πλευρά των συρματοπλεγμάτων – άπλυτοι, αξύριστοι, με ρούχα ξεσκισμένα – τις κοίταζαν να περνάνε. Μάνα, αδελφή, Μαρία… πρόλαβαν να φωνάξουν όταν είδαν τις αγαπημένες τους, πριν οι Αλφαμίτες χυμήξουν πάνω τους για να τους διαλύσουν υπό την απειλή των περίστροφων.

 

Η 30η Ιανουαρίου του 1950 είναι η μέρα που οι γυναίκες που πέρασαν από το ξερονήσι της Μακρονήσου δεν την ξέχασαν ποτέ.

 

Ήδη από τις 28 Οκτωβρίου οι «αναμορφωτές» της Μακρονήσου άρχισαν να πραγματοποιούν «φιλικές» επισκέψεις στις σκηνές των γυναικών προειδοποιώντας ότι δεν θα υπάρξει έλεος. Όταν μία από τις γυναίκες όρθωσε το ανάστημα της και είπε σε έναν αξιωματικό: «Τι θα μας κάνετε; Θα μας σκοτώσετε; Ε, λοιπόν προτιμούμε να πεθάνουμε!», η απάντηση δεν είχε εξήγηση… «Δεν είναι στο χέρι σας να πεθάνετε. Να σας σκοτώσουμε και να σας κάνουμε ήρωες; Αν ήταν έτσι η Μακρόνησος θα είχε βγάλει πολλούς ήρωες. Βγάζει όμως μόνο σκουλήκια».

Ύστερα τις συγκέντρωσαν στο υπαίθριο θέατρο. «Έχετε 3 μέρες προθεσμία. Μετά δεν θα υπάρξει οίκτος για εσάς. Κανένας ανθρωπισμός, καμία επιείκεια. Ο νόμος που κυβερνά τη Μακρόνησο είναι ένας: Όποιος δεν μετανοεί πεθαίνει!». Αυτά ήταν ακριβώς τα λόγια που άκουσαν και που τα έχει καταγράψει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου στο τετράδιο της.

 

Η επόμενη μέρα ήταν χειρότερη. Γνωρίζοντας καλά τους όρους του ψυχολογικού πολέμου, η 29η Οκτωβρίου ορίστηκε ως ημέρα επισκεπτηρίου. Οι «αναμορφωμένοι», με τα ίχνη των βασανιστηρίων στο κορμί και στο βλέμμα τους επισκέφθηκαν τις γυναίκες. Οι μαρτυρίες φρικιαστικές.

 

«Με ραντίσανε με πετρέλαιο και μου βάλανε φωτιά. Καιγόμουν σαν λαμπάδα. Δεν άντεξα πολλή ώρα. Ύστερα από μέρες ξύπνησα στο νοσοκομείο. Έμαθα ότι είχα υπογράψει».

 

«Με βάλανε κι άνοιξα έναν λάκκο στη γη. Με χώσανε μέσα και έθαψαν όλο μου το κορμί. Έξω άφησαν μόνο το κεφάλι μου και το δεξί μου χέρι. Μου έδωσαν μια πένα κι ένα χαρτί. Αν θες υπόγραψε και θα σε ξεθάψουμε μου είπαν. Μετά από κάποια ώρα μου ήρθε η τρέλα. Άκουγα στα αυτιά μου τους ξυλοδαρμούς. Δεν άντεξα…»

 

«Με δέσανε από τα πόδια και με κρεμάσανε από έναν βράχο με το κεφάλι προς τη θάλασσα. Ερχόταν το κύμα και με έπνιγε. Με ρώταγαν αν υπογράφω και τους έλεγα όχι. Το βασανιστήριο συνεχιζόταν ξανά και ξανά. Με κατέβασαν κι όπως ήμουν βρεγμένος άρχισαν να με χτυπάνε με έναν συρμάτινο βούρδουλα. Τους παρακάλεσα να με σκοτώσουν αλλά με πήγαν στο νοσοκομείο. Όλο μου το κορμί είχε γίνει μια πληγή από τα αναμμένα τσιγάρα και τα καυτά σίδερα. Δεν άντεχα. Τότε συγκέντρωσα όση δύναμη είχα, σήκωσα το χέρι μου, το έφερα κοντά στο στόμα μου κι άρχισα να τραβώ απεγνωσμένα τις φλέβες με τα δόντια μου. Το αίμα όρμησε έξω… Συνήλθα πολλές μέρες αργότερα και είχα υπογράψει…».

 

Ελάχιστες ήταν αυτές που δεν μπόρεσαν να το αντέξουν… Υπέγραψαν… Έφυγαν… Οι περισσότερες όμως έμειναν πίσω για να ζήσουν την επόμενη μέρα. Τη μέρα που χτύπησαν τις γυναίκες.

 

Πρωί της 30ης Οκτωβρίου. Οι διοικητές καλούν τις γυναίκες να συγκεντρωθούν και πάλι στο θέατρο και παίζουν το τελευταίο τους χαρτί. Μετά τις απειλές για το τι έπεται διατάζουν όσες έχουν υπογράψει να πάρουν τα παιδιά των «αμετανόητων» κομμουνιστριών. «Φέρτε εδώ τα παιδιά Βουλγάρες» φώναζαν οι Αλφαμίτες δίνοντας μάχη για να τα πάρουν από τα χέρι τους. «Τα παιδιά ανήκουν στην Ελλάδα». Όπως περιγράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου, οι μανάδες έμειναν όρθιες να βλέπουν τα μωρά τους να σπαράζουν από το κλάμα, ώσπου χάθηκαν από τα μάτια τους.

Πάνω από το πλήθος φτερούγισε ο κίνδυνος του θανάτου. «Δεν φοβόμασταν τον θάνατο. Αν μας έλεγαν ότι θα μας σκότωναν εκείνη την ώρα, θα ανασαίναμε με ανακούφιση. Σαν αστραπή μια σκέψη παρήγορη κυριάρχησε στο νους μας. Είναι ευτύχημα ότι είμαστε εξαντλημένες από τις αγγαρείες και δεν θα υποφέρουμε για πολλή ώρα. Θα τελειώσουμε γρήγορα, στο πρώτο ξυλοκόπημα», θα γράψει η νεαρή ρεπόρτερ της Μακρονήσου.

 

Απόψε χτυπάνε τις γυναίκες

 

Τα πρώτα προειδοποιητικά βασανιστήρια άρχισαν το πρωί. Μία τις χτυπούσαν, μία τις τάιζαν με ευγένεια και πάλι από την αρχή. Και ύστερα έπεσε η νύχτα…

 

Το βράδυ εκείνο που αποφάσισαν να χτυπήσουν τις γυναίκες, όλες οι σκηνές των φαντάρων, όλοι οι κλωβοί των ιδιωτών, ακόμη κι οι χαράδρες, όλα είχαν βουβαθεί παντελώς. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Τη νύχτα εκείνη η σκέψη του καθενός πετούσε στις γυναίκες. Ο πατέρας σκεφτόταν την κόρη του, ο γιος τη μάνα του, ο αδελφός την αδελφή του, ο άντρας τη γυναίκα του... Το βράδυ εκείνο της 30ης Ιανουαρίου του 1950 μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: «ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΑΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ».

 

Οι πρωτεργάτες αυτής της βίας και του εγκλήματος δε σεβάστηκαν ούτε τις ηλικιωμένες, ούτε τις άρρωστες, ούτε τις βασανισμένες…

 

«Οι Αλφαμίτες μας διέταξαν να μην ξαπλώσουμε. Ορμούσαν μέσα στις σκηνές με αναμμένους φακούς. Αυτό το φως μας τρόμαζε περισσότερο κι από το σκοτάδι…Άρχισε το μαστίγωμα. Ο ένας βούρδουλας σηκωνόταν κι ο άλλος έπεφτε. Γροθιές, κλωτσιές, μαστιγώματα έρχονταν απανωτά. Νιώθαμε τα μάγουλα μας να καίνε σαν να είχαμε πυρετό». Και ύστερα άρχισαν οι απαγωγές. Από τα βράχια τις θάλασσας έφταναν ως τις σκηνές κραυγές απελπισίας. «Παρακαλούσαμε να φύγει αυτή η φρικτή νύχτα του τρόμου. Μα η αυγή δεν βιαζόταν να έρθει», γράφει.

 

Κάποια στιγμή τη νύχτα έσκισε το ουρλιαχτό ενός παιδιού. Η φωνή του είχε έναν τόνο τραγικό. «Ποιον να αποκηρύξω μωρέ; Το αίμα του αδελφού μου; Ναι, 17 χρονών είμαι. Τι θέλετε από εμένα φασίστες; Χτυπάτε! Χτυπάτε! Χτυπάτε! Σκυλιά, φασίστες, χτυπήστε με κι άλλο!», ακούστηκε να λέει. «Σε λίγα λεπτά δυο Αλφαμίτες μας τη φέρανε οριζόντια μέσα στη σκηνή τη 17χρονη Βαγγελίτσα. Τα μάτια της ήταν γουρλωμένα και γυάλιζαν. Τα δόντια της σφιγμένα. Το κορμί της μελανό. Οι Αλφαμίτες φοβισμένοι την απόθεσαν στη γη. Πλησιάσαμε κοντά της. Της μιλήσαμε. Δεν μας γνώριζε. Το βλέμμα της ήταν απλανές. Το κορμί της τιναζόταν από δυνατούς σπασμούς. Τρομάξαμε. Της ζητήσαμε να μας κοιτάξει. Της είπαμε ότι ήταν πια μαζί μας στη σκηνή. Δεν καταλάβαινε τι της λέγαμε», περιγράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου στο τετράδιο της. «Η Βαγγελιώ είχε χάσει πια τα λογικά της», συμπληρώνει.

2.jpg.jpg
1.jpg
3.jpg
2.jpg

Κι αυτή ήταν μόνο μία από τις εκατοντάδες ιστορίες της πιο φρικτής νύχτας στη Μακρόνησο…

 

Μία από τις ιστορίες των γυναικών της Μακρονήσου, τις οποίες ο Λουντέμης «προσκύνησε» με τους εξής στίχους:

 

«Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…

Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…

Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι

Και τραγουδούν οι αυριανοί μας ζωντανοί!»

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Θεοδώρου Βικτωρία, Στρατόπεδα Γυναικών - Εννέα θαμένα τετράδια με αφηγήσεις κρατουμένων

γυναικών στα στρατόπεδα Χίου, Τρίκερι, Μακρονήσου στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου 1947-1951,

έκδοση 1976 Παπαδημητρίου – Μαυρουδή Ειρήνη, Γυναίκες στην εξορία, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 1979

 

Γαβριηλίδου Νίτσα, Μακρόνησος. Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες.

Αθήνα 2004

Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο - Μενέλαος Λουντέμης

(από την ποιητική συλλογή Κραυγή στα Πέρατα),1954

Συντελεστές

 

Συγγραφέας

Μιχάλης Παπαδόπουλος

Σκηνοθεσία

Αλεξία Παπαλαζάρου

 

Επί σκηνής

Γιάννα Λευκάτη, Μαργαρίτα Ζαχαρίου

Χριστίνα Χριστόφια, Ηλιάνα Κάκκουρα

 

Σκηνικά & Κοστούμια

Μαρίζα Παρτζίλη

Μουσική

Γιώργος Κάρβελλος

Σχεδιασμός Φωτισμού

Σταύρος Τάρταρης

Χειρισμός φωτισμού

Κ.Σ. Ηχοτεχνική Εκδηλώσεις Λτδ

 

Φωτογράφιση

Χρίστος Αβρααμίδης

Οπτικογράφιση

Γιώργος Αλεξάνδρου

Σχεδιασμός Προωθητικού Υλικού & Προγράμματος

Νεόφυτος Αβραάμ

Επιμέλεια προωθητικού υλικού & Επικοινωνία & Δημόσιες Σχέσεις

Έλενα Γιώργαλλου

  • Instagram
  • Facebook

Μασκαρίνι  Αθαλάσσης 4, Λατσιά

bottom of page